15.7.08


Ξύπνησα κάποια στιγμή ξημερώματα...
Είπα να βγώ στην ησυχία για ένα τσιγάρο και ύστερα να δοκιμάσω να κοιμηθώ στο κρεβάτι μου γιατί έχω γίνει σαν μπαγιάτικο μύδι απ΄το ξάπλωνε, γύριζε, στριμώξου στον καναπέ.
Είχε δροσιά στο μπαλκόνι και δεν μου έκανε όρεξη να μπω μέσα.
Λοιπόν, ξέρεις τι θα ήθελα αυτή τη στιγμή ρε?
Μια καρέκλα στον ουρανό..Ναι!
Μια θέση εκεί πάνω να τα βλέπω όλα από ψηλά και να μη με πιάνει το μάτι κανενός.
Να είναι τα φώτα σας αστέρια που θα κοιτάζω τη νύχτα, πολύ μακρινά και ανίκανα να με πληγώσουν.
Να μην υπάρχει κανένα όριο στο γαλάζιο μου, κανένα τέλος στο μυαλό μου και όλοι εσείς να σκορπάτε τις φωνές και τους θορύβους σας σε ένα κόσμο άγνωστο, μικρό, αδιάφορο.
Να περιμένω να νυχτώσει και να ξαπλώνω στην καρέκλα μου ρουφώντας άνεμο και φυσώντας την ψυχή μου σε ένα σκοτάδι που περιμένει να γεμίσει από εμένα. Ένα σκοτάδι που με εμπιστεύεται και δεν το φοβάμαι...

Όμορφα δεν θα ήταν...? Ήρεμα θα ήταν ρε...έτσι για αλλαγή.

Κάπνισα τρία τσιγάρα χωρίς να το καταλάβω και τα μάτια μου άρχισαν να κλείνουν..
Πριν κλείσω το παράθυρο κράτησα την εικόνα του ουρανού, αυτού του ουρανού που με χώρεσε για απόψε...με ηρέμησε.
Τώρα μπορώ να κοιμηθώ στο κρεβάτι μου...
Μέχρι αύριο ρε..
Φιλιά