23.11.07

///ρ/////Ι\\\\\γ//////Ε\\\\\ς\\\ Anti-happy end...




















Με επιλέξατε για να δείτε για άλλη μια φορά τη μαύρη πλευρά του τέλους μιας ιστορίας, συγκεκριμένα της ιστορίας της καρυάτιδας...
Βουτήξτε λοιπόν παίδες και..κολυμ-ΠΑΜΕ!

...................................................
Γλιστρούσαν και οι δύο τους σιωπηρά, κοιτώντας μόνο μπροστά. Δυο φίλες τόσο διαφορετικές και τόσο όμοιες, να κυνηγάνε τα δυο άκρα της ζωής, του ονείρου και της σκέψης, σε κλωστές άσπρες και μαύρες...
Στα μαρμάρινα σκαλοπάτια της εισόδου η λευκή ρίγα ξεχύθηκε ευτυχισμένη και χάθηκε στους αφρούς του σιντριβανιού της μεγάλης πλατείας. Μια τελευταία ευχή ακούστηκε καθώς έσβηνε.."καλή σου τύχη...".
Η μαύρη ρίγα στη σκιά της βαριάς πόρτας ένιωσε για πρώτη φορά κάτι πολύ περίεργο..ένιωσε στεγνή, άδεια..ότι εμείς θα ονομάζαμε "μοναξιά".
Σύρθηκε να κρυφτεί πίσω από ένα πίνακα με κάτι γελοίους πολύχρωμους κύκλους περιμένοντας τη νύχτα που θα της εξασφάλιζε την ελευθερία. Από εκεί που ήταν άκουγε ακόμα το κλάμα της βροχής..ήθελε τόσο πολύ να της μιλήσει, να της πει ότι δεν πρέπει να λυπάται όταν όλα χάνονται, πρέπει να μαζεύει το όμορφο χρώμα που έχει στο δάκρυ της και να αλλάζει κάδρο. Να φεύγει από ένα τέλος για μια νέα αρχή..
Βυθισμένη όπως ήταν στις σκέψεις της δεν κατάλαβε πως είχε ήδη νυχτώσει..Γλίστρησε στο πάτωμα και από μια χαραμάδα της πόρτας βγήκε επιτέλους έξω. Τότε ξεκίνησαν όλα..
Μέσα στο προστατευτικό πέπλο που μοίραζε το σκοτάδι έγινε για λίγο τα πάντα. Η σκιά ενός ερωτευμένου ζευγαριού, ο ήχος από το θρόισμα των φύλλων που παραμιλούσαν, η βαριά μοναξιά στην ανάσα ενός ξένου που έκανε το τελευταίο του τσιγάρο σε μια γέφυρα..
Ζαλίστηκε και ήθελε να σταματήσει για λίγο να ξεκουραστεί..Τότε τον είδε.. Καθόταν στα σκαλιά ενός σπιτιού κρατώντας ένα ανοιχτό σημειωματάριο. Ανέβηκε στο πέτο από το παλτό του και κοίταξε τις σελίδες που ανακάτευε ο αέρας.Άδειες..το χέρι του έτρεμε αναποφάσιστο δίπλα σε μία μόνο λέξη.."Φοβάμαι"...
Ένιωσε μέσα της πως αυτή ήταν η στιγμή να φτιάξει το δικό της πίνακα, έστω με ένα απλό μαύρο...θα γινόταν η σκηνοθέτιδα της θλίψης στα χέρια αυτού του άγνωστου μελαχρινού άνδρα, για μια φορά, για πάντα..
Τινάχτηκε από το πέτο του στο μανίκι και μπήκε στο στυλό του. Το μελάνι εθιστικά μαύρο άρχισε να ξερνάει γράμματα το ένα μετά το άλλο, ασταμάτητα, σε ένα τρελό χορό αισθήσεων..σε μια ερωτική ελεγεία.
ΝΑΙ ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ..
Η μαύρη ρίγα ένιωσε το αδύνατο. Ερωτεύτηκε για πρώτη φορά.
Σκόρπισε στις λευκές σελίδες τους χτύπους της καρδιάς αυτού του άνδρα, ντυμένους με τα δικά της δάκρυα. Αφέθηκε γυμνή στην άκρη του ονείρου της λουσμένη σε αυτό ως την κορύφωσή του.
Τότε πήρε μια τελευταία ανάσα απο το βλέμμα του "παράξενου ξενιστή" της και σταμάτησε να κυλάει ευτυχισμένη.. πεθαίνοντας στα τελευταία του αποσιωπητικά....

(το αντίστοιχο happy-end είναι εδώ από τη Lee ..ε ποιόν άλλο!)