18.10.07













Τικ τακ..τικ τακ..
Ήταν περασμένες τρείς και εκείνος καθόταν στον καναπέ μες στο σκοτάδι, προσπάθησε να κοιμηθεί αλλά ο γαμημένος ύπνος δεν ερχόταν απόψε..Κάπου περνούσε καλά και δεν αποφάσιζε να ξεβολευτεί και να του χτυπήσει την πόρτα.
Να χτυπήσει την πόρτα..μόνο σε αυτόν θα άνοιγε απόψε, ίσως και σε άλλον ένα μόνο..οι πιθανότητες να τον επισκεφτεί αυτός όμως απόψε ήταν τόσες όσες να βρεί το θάρρος να πηδήξει απ΄το μπαλκόνι του.
Μαλακίες, όλα απόψε ήταν μαλακισμένα..
Το κεφάλι του ήταν σκυμμένο προς το πάτωμα, αξύριστος εδώ και μέρες γιατί δεν μπορούσε να αντικρύσει τον καθρέφτη, νηστικός γιατί για το μόνο που πεινούσε ήταν ..παρέα..μια φωνή.Για αυτή τη φωνή περίμενε απόψε, ήλπιζε να τη φέρει ο ύπνος και δεν ερχόταν..
Τικ τακ..τικ τακ..
Στα χέρια του κρατούσε ένα κουτάκι σπίρτα και το κοιτούσε λες και κρατούσε τη μεγαλύτερη αλήθεια κρυμμένη εκεί μέσα και λυπόταν να την αφήσει να βγει, φοβόταν να της ανοίξει..
Θυμήθηκε για λίγο σκόρπιες λέξεις που είχε ακούσει κάπου, κάποτε, από κάποιον ..να δεις ποιος ήταν..δεν μπορούσε να ανασύρει την εικόνα του από κάπου, λές και δεν την είχε ποτέ..'Οπως και να'χει οι λέξεις αυτές του έφεραν ένα χαμόγελο στα χείλη του που ήταν σκασμένα , ματωμένα..δεν είχε πιεί νερό..γιατί ρε πούστη δεν διψούσε για νερό..
Τικ τακ..τικ τακ..
Άκουσε φασαρία έξω και μαζεύτηκε στη μια γωνία του καναπέ, αγκάλιασε τα πόδια του και έκρυψε ανάμεσά τους το κεφάλι..Έτσι μαζευόταν για να μη πονέσει, από μικρός..ακόμα και στους εφιάλτες του..ακόμα και τότε το σώμα του λύγιζε μόνο του σε εκείνη τη θέση που είχε μάθει απο παλιά, σε μια υποσεινήδητη προσπάθεια να προστατευθεί μόνο του..
Τικ τακ..τικ τακ..
Γαμημένος χρόνος, γαμημένη σιωπή, γαμημένες σκέψεις..
Ο ουρανός έξω ακίνητος, σαν πετρωμένος σε ένα παλιό χθές, γαλήνιος ..ειρωνικά γαλήνιος..
Άνοιξε αργά το κουτάκι..δυο σπασμένα σπιρτα και ένα χαρτάκι τυλιγμένο και φθαρμένο απ΄τον καιρό.
Τικ τακ..τικ τακ..
Σηκώθηκε και πλησίασε το παράθυρο..έκατσε κάτω δίπλα στο κρύο τζάμι και γυρνώντας προς το φως της νύχτας άνοιξε το χαρτάκι ..Μια ζωγραφιά χαμένη κι αυτή στο χρόνο, ασπρόμαυρη, θαμπή απόψε..χαμογέλασε ξανά και τράβηξε το χαρτάκι μακριά απ'την αγκαλιά του να μη βραχεί..Σκούπισε τα μάτια του και κοίταξε το μόνο πράγμα που είχε το θάρρος να ζει σ'αυτό το άδειο.. απόψε..
Τικ τακ..τικ τακ..
Ο παλιός μετρονόμος του συνέχισε να δίνει φωνή στα λεπτά, ήχο στο τίποτα και ένα γλυκό ψιθύρισμα λίγο πριν κλείσει τα μάτια του, τόσο γλυκό όσο η φωνή που περίμενε, όσο ο ύπνος που ήρθε αργοπορημένος απόψε..