16.9.08

Falling..


Όλο το καλοκαίρι πέρασε σέρνοντας έναν εαυτό γκρινιάρη, ένα εγωισμό πληγωμένο και ένα σώμα απρόθυμο να συνεχίσει για οτιδήποτε.
Κάπως…μη με ρωτήσεις πως γιατί πια δε θυμάμαι…έφτασε στην ταράτσα ενός πολύ ψηλού γυάλινου κτιρίου.
Στάθηκε στη μέση της τσιμεντένιας παλάμης και κοίταξε στα μάτια το σκοτάδι που απλωνόταν πάνω του.
Σκούρος ουρανός μιας από τις πρώτες φθινοπωρινές νύχτες, ίσως η πιο αγαπημένη του στιγμή…η ανάσα πριν το χειμώνα ξαπλωμένη σε ένα ουρανό γεμάτο ακόμα απ΄τα αστέρια του καλοκαιριού. Γεμάτο από ημέρες που κάηκαν και ανέβηκαν να κρεμαστούν πάνω στο σκοτάδι. Τις βλέπει τώρα μια μια να φωτίζουν αχνά εκεί πάνω.
Αρκετά κοντά ώστε να τις θυμάται για πάντα, αρκετά μακριά ώστε να μη τον πονέσουν ξανά.
Προχωράει αφήνοντας εκείνο τον απόμακρο εαυτό να σιγομουρμουρίζει πίσω του πως δε θέλει να κάνει πια κανένα βήμα..πως θέλει απλά να εξαφανιστεί.
Στο χείλος της ταράτσας ισορροπεί το σώμα του και κοιτάζει το κενό.
Τα μάτια του προσπαθούν να ξεθάψουν κάθε λεπτομέρεια του χάους που κρέμεται εκεί κάτω, αν και γνωρίζει καλά πως είναι πολύ λίγα αυτά που δυο μάτια μπορούν να δουν.
Το στομάχι του μεταδίδει ένα γλυκό πόνο σε ολόκληρο το σώμα και η καρδιά του χτυπάει δυνατά.
Είναι πολύ περισσότερα λοιπόν αυτά που μπορεί να «δει» μια καρδιά.
Λίγο πριν σβήσει αυτή η σκέψη ακούει πίσω του τον εαυτό του να διαφωνεί. Τον νιώθει που αρχίζει να δένει κόμπους σε ένα σχοινί. Ένα για κάθε φορά που έκαναν λάθος και οι δυο τους...
Πάντα έτσι κάνει, δένει και παραμιλάει κι όταν τελειώσει κάθεται χαμένος στο δικό του κόσμο και αποφασίζει να μη συνεχίσει, να μη προσθέσει άλλο κόμπο.
Μη το κάνεις…του φωνάζει.
Αν πέσεις θα πονέσεις, βαρέθηκα να με πονάς, βαρέθηκα να γίνομαι κόμπους ….απλά βαρέθηκα.
Ο άνεμος απόψε είναι πιο ψυχρός από ποτέ..μα μυρίζει διαφορετικά.
Έχει την ανάσα ενός καινούργιου μονοπατιού, από εκείνα που δε σου χαρίζονται..δεν ανοίγουν για να μπεις. Υπάρχουν απλά και πρέπει να σκάψεις το δρόμο σου για μέσα, πρέπει να σκύψεις για να χωρέσεις, να σωπάσεις για να ακουστείς, να κλείσεις τα μάτια σου για να καταφέρεις να δεις. Ένα τέτοιο μονοπάτι ήταν κι αυτός και κανείς δε μπόρεσε να κρυφτεί μέσα του αρκετά..όσο χρειάζεται για να υπάρξει.
Δε γυρίζει καν να κοιτάξει στα μάτια τον εαυτό του, τον ακούει μόνο πίσω του που τυλίγει το σχοινί. Τα πόδια του τρέμουν για μια στιγμή.

Είναι η στιγμή που το μυαλό του φωνάζει να κάνει πίσω, να ξαπλώσει στην τσιμεντένια άκρη ενός ασφαλούς τίποτα και να περάσει την ήρεμη αυτή νύχτα με το μοναχικό εγώ του.

Είναι η στιγμή που ότι άλλο ανασαίνει μέσα του φωνάζει να πέσει στο κενό.
Να υπάρξει για όσο μπορεί ζωντανός. Να γελάσει δυνατά καθώς οι εικόνες γύρω του μαζεύονται και φτάνοντας στο τέλος της διαδρομής να έχει χάσει κάθε κόμπο από εκείνο το γαμημένο σχοινί.

Ένα βήμα και ..λίγο πριν πέσει ο εαυτός του χαμογελάει..
Ένα βήμα για να ζήσει το σκούρο ουρανό μιας από τις πρώτες φθινοπωρινές νύχτες, τις αγαπημένες του..
Κι ας πονέσει…