5.2.07

ΧΘΕΣ..

Σχόλασε...ήταν απόγευμα και ήξερε τι τον περίμενε...
Δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι.. .δεν ήθελε να ακούσει φωνές, είχε κουραστεί.
Δεκάξι χρονών και κουρασμένος ; Δύσκολο ε ; Κι όμως., πνιγόταν και ένιωθε πολύ κουρασμένος.
Έκανε δύο βόλτες το τετράγωνο..έφτασε πάλι στον ίδιο δρόμο απέναντι από το σπίτι. Πήδηξε τα κάγκελα του δημοτικού και έκατσε σε μια γωνιά. Άναψε τσιγάρο..πνίγηκε.. «τι σκατά τους αρέσει απο αυτό» ..Άναψε κι άλλο κι άλλο..τέλειωσε ένα πακέτο.
Του ερχόταν εμετός και γύριζε το κεφάλι του. Έφερε στο μυαλό του την εικόνα του..τον έβλεπε να κλαίει σε μια γωνιά μετά από το «μάθημά του» που πήρε απ΄τον πατέρα...Ένιωθε να καίει το δέρμα του..έτσουζε.
Κοίταξε μα είδε μόνο ένα σημάδι έτοιμο να χαθεί...περίεργο ,τα σημάδια φεύγουν απ΄το σημείο που τα πρωτοείδες..από μέσα σου όμως δε φεύγουν ποτέ.
Σηκώθηκε ,προσπέρασε το δρόμο του σπιτιού, περπάτησε αργά αλλά σίγουρα, πέρασε τη λεωφόρο..
Στάθηκε λίγο απέναντι και σκέφτηκε..πόσες φορές γύριζε απ΄το σχολείο και παρακαλούσε να βρεί τη δύναμη να τελειώσει την ανάσα του σε αυτή τη λεωφόρο..αλλά ποτέ δεν ήταν τόσο δυνατός.
Άραγε αν χανόταν ξαφνικά θα έλειπε σε κανέναν ; Όλοι αυτοί που χωρίς ενδοιασμό τον τιμωρούσαν, τον έβριζαν και του είχαν μάθει να κάνει πάντα όσα του λένε και να μην αντιμιλάει ποτέ...θα έκλαιγαν αν έφευγε, θα ένιωθαν το κενό του...αυτό με το οποίο τον γέμισαν όλα αυτά τα χρόνια και που σχεδόν τον έχει καταπιεί ;
Σκέφτηκε τη μητέρα..πως θα ‘αντεχε πίσω μόνη..ήταν αδύναμη πιά..μετά από τόσα..

Ένιωσε το πρόσωπό του υγρό..βρέχει..κοίτα να δείς ρε φίλε τώρα κανείς δεν θα δεί τα δάκρυά σου..κλάψε όσο θες..αρκεί να προχωρήσεις.
Μπήκε στο δασάκι..έφτασε στην αγαπημένη του πλατεία..συνέχισε στην άκρη του λόφου..Τι ωραία που είναι όλα από εδώ...
Σε πόσα από αυτά τα αναμμένα φωτάκια να κρύβεται μια ψυχή σαν τη δική του, σε πόσα απo αυτά ακούγονται ουρλιαχτά...σε πόσα όταν σβήσει το φώς το μαξιλάρι θα πνίγει τους λυγμούς ενός παιδιού ;
«Όχι πιά»
.................................................................................................................................
όταν το σώμα του άγγιξε το χώμα ξεκόλλησε από μέσα του ένα μικρό κομμάτι ,
ήταν τα όνειρα που φύλαγε κρυφά,οι ελπίδες του πως κάποτε θα αλλάξουν όλα,
πως θα τα καταφέρει να κάνει μια οικογένεια ευτυχισμένη, θα’ναι όλοι μια αγκαλιά..χωρίς φωνές, χωρίς πόνο..με πολλά χαμόγελα και αγάπη..τόση όση ποτέ δεν ένιωσε...δεν πρόλαβε
...............................................................................................................................

...εγώ όμως θα προλάβω..θα τα καταφέρω να χαμογελάω πάντα,
να μην πονέσω αυτόν που αγαπάω, θα πάψω να κάνω ότι μου λένε, θα αντιμιλάω...

ΑΚΟΥΣ ;
ME ΦΟΒΙΣΕΣ ΑΛΛΑ ΕΙΜΑΙ ΖΩΝΤΑΝΗ, ΜΕ ΠΟΝΕΣΕΣ ΑΛΛΑ ΑΓΑΠΑΩ,
ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΕΜΠΙΣΤΕΥΘΩ ΑΛΛΑ ΕΧΩ ΦΙΛΟΥΣ..
ΑΚΟΥΣ;
ΕΧΩ ΖΩΗ...ΚΑΙ ΘΑ ΤΗ ΖΗΣΩ
ΥΓ.ΓΙΑ ΤΗ LEE